Μετάφραση του "past" σε Ελληνικά

Οι παρελθόν, περασμένος, πέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "past" σε Ελληνικά.

past adjective noun adverb adposition γραμματική

The period of time that has already happened, in contrast to the present and the future. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρελθόν

    noun neuter

    The period of time that has already happened [..]

    People attach more importance to popular culture today than in the past.

    Οι άνθρωποι σήμερα αποδίδουν περισσότερη σημασία στον λαϊκό πολιτισμό παρά στο παρελθόν.

  • περασμένος

    adjective masculine

    of a period of time: having just gone by [..]

    This past May was the warmest worldwide on record.

    Ο περασμένος Μάιος ήταν ο θερμότερος που έχει καταγραφεί ποτέ παγκοσμίως.

  • πέρα

    adposition

    beyond in place [..]

    Make sure the bursar's down the pub before you go past his window.

    Βεβαιώσου πως ο οικονόμος είναι στην παμπ πριν περάσεις από το παράθυρό του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρότερος
    • παρελθών
    • πρωτύτερος
    • αόριστος
    • πρώην
    • τέως
    • παρελθοντικός
    • επέκεινα
    • τα περασμένα
    • προηγούμενος
    • μετά
    • Παρελθόν
    • από
    • πέραν
    • παλαιότερος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " past " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "past"

Φράσεις παρόμοιες με "past" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κάτι που ανήκει στο παρελθόν
  • αόριστος
  • με πολλά χρόνια στην πλάτη του · πολύ προχωρημένης ηλικίας · προβεβηκώς, -υία τη ηλικία · σε βαθιά γεράματα · υπέργηρος · υπερήλικος
  • μετοχή
  • παρατατικός
  • θέματα εξετάσεων παλαιότερων ετών · παλιά θέματα εξετάσεων
  • δε θα το απέκλεια
  • Κολλώ, επικόλληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "past" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη