Μετάφραση του "pastime" σε Ελληνικά

Οι διασκέδαση, αναψυχή, χόμπι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pastime" σε Ελληνικά.

pastime verb noun γραμματική

That which amuses, and serves to make time pass agreeably; sport; amusement; diversion; games [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διασκέδαση

    noun feminine

    that which amuses

    That doesn't mean my ear wasn't constantly bent on the favourite of prison pastimes.

    Αυτό δεν σημαίνει πως δεν είχα συνεχώς τα αυτιά μου ανοιχτά για την αγαπημένη μου διασκέδαση στην φυλακή.

  • αναψυχή

    noun feminine

    that which amuses

    You know, to be fair, she was just commenting about his pastime, while he was insulting her.

    Ξέρεις, για να είμαστε δίκαιοι, έκανε απλά σχόλιο για την αναψυχή του, ενώ αυτός την πρόσβαλλε.

  • χόμπι

    Baseball has been referred to as America's pastime.

    Το μπέιζμπολ έχει αναφερθεί ως χόμπι της Αμερικής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απασχόληση
    • χόμπυ
    • ενασχόληση
    • ασχολία
    • ενδιαφέροντα
    • πάρεργο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pastime " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pastime" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη