Μετάφραση του "patternmaker" σε Ελληνικά

Το πατρονίστ είναι η μετάφραση του "patternmaker" σε Ελληνικά.

patternmaker noun γραμματική

someone whose occupation is to make patterns, especially those used as a guide in the manufacture of something else [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πατρονίστ

    πρόσωπο που δημιουργεί τα πατρόν σε υφάσματα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " patternmaker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "patternmaker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη