Μετάφραση του "payment" σε Ελληνικά

Οι πληρωμή, αμοιβή, καταβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "payment" σε Ελληνικά.

payment noun γραμματική

(uncountable) The act of paying. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληρωμή

    noun feminine

    the act of paying

    The part of instalments corresponding to the interest payments are to be excluded.

    Το μέρος των δόσεων που αντιστοιχεί στην πληρωμή τόκων δεν περιλαμβάνεται.

  • αμοιβή

    noun feminine

    If a member supplies his whole production to the cooperative, he is entitled to an annual bonus payment.

    Τα μέλη που παραδίδουν το σύνολο της παραγωγής τους στο συνεταιρισμό λαμβάνουν μια πρόσθετη ετήσια αμοιβή.

  • καταβολή

    noun

    The contracting authorities may specify prizes or payments to the participants in the dialogue.

    Οι αναθέτουσες αρχές δύνανται να προβλέπουν την απονομή βραβείων ή την καταβολή ποσών στους συμμετέχοντες στον διάλογο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " payment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Payment
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πληρωμή

    Payment of expenses and allowances

    Πληρωμή εξόδων και αποζημιώσεις

Φράσεις παρόμοιες με "payment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "payment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη