Μετάφραση του "payphone" σε Ελληνικά
Οι κοινόχρηστο τηλέφωνο, Τηλέφωνο με πληρωμή, κερματοδέκτη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "payphone" σε Ελληνικά.
payphone
noun
γραμματική
a public telephone that requires pre-payment to operate, generally via the insertion of coins or a credit card [..]
-
κοινόχρηστο τηλέφωνο
She was on a payphone.
Ήταν σε ένα κοινόχρηστο τηλέφωνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " payphone " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Payphone
-
Τηλέφωνο με πληρωμή, κερματοδέκτη
Εικόνες με "payphone"
Φράσεις παρόμοιες με "payphone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δημόσιο τηλέφωνο με πληρωμή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη