Μετάφραση του "peanut" σε Ελληνικά

Οι φυστίκι, αραχίδα, φιστίκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peanut" σε Ελληνικά.

peanut verb noun adjective γραμματική

A legume resembling a nut, the fruit of the plant Arachis hypogaea. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυστίκι

    noun neuter

    a legume resembling a nut [..]

    And I will crush his head like a peanute between the thighs of doom!

    Και θα συντρίψω το κεφάλι του σαν φυστίκι ανάμεσα στους μηρούς!

  • αραχίδα

    noun feminine

    For instance walnuts are permitted and pecans or peanuts are not.

    Για παράδειγμα, επιτρέπονται τα καρύδια και όχι τα καρύδια του Ιλινόϊς ή η αραχίδα.

  • φιστίκι

    noun neuter

    Thank you, peanut gallery, but it was for the best.

    Σ'ευχαριστώ, φιστίκι γκαλερί, αλλά ήταν για το καλύτερο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φυστικιά
    • αμελητέος
    • αράπικο φυστίκι
    • μηδαμινός
    • ασήμαντος
    • περικάρπιο φιστικιού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peanut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Peanut
+ Προσθήκη

"Peanut" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Peanut στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "peanut"

Φράσεις παρόμοιες με "peanut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • φιστικέλαιο
  • αράπικα φυστίκια · πενταροδεκάρες · ψίχουλα
  • αραχίδα · φυστικιά
  • σούπα φυστικιών
  • Φιστικοβούτυρο · φιστικοβούτυρο · φυστικοβούτυρο
  • σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peanut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη