Μετάφραση του "peccable" σε Ελληνικά
Το αμαρτωλός είναι η μετάφραση του "peccable" σε Ελληνικά.
peccable
adjective
Liable to sin; subject to transgress the divine law. [..]
-
αμαρτωλός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peccable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη