Μετάφραση του "pederast" σε Ελληνικά

Το παιδεραστής είναι η μετάφραση του "pederast" σε Ελληνικά.

pederast noun γραμματική

A man who is engaged in an erotic relationship with an adolescent boy; a practitioner of pederasty. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιδεραστής

    noun masculine

    practitioner of pederasty [..]

    The man may have been a pederast, or a homegrown terrorist, or both.

    Ο άνθρωπος μπορεί να ήταν παιδεραστής, ή homegrown τρομοκρατίας, ή και τα δύο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pederast " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pederast" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη