Μετάφραση του "peer" σε Ελληνικά
Οι ευγενής, αριστοκράτησ, ομότιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peer" σε Ελληνικά.
(intransitive) To look with difficulty, or as if searching for something. [..]
-
ευγενής
noun masculinenoble
I have a firm belief that she will be as worthy a Commissioner as another peer before her.
Έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι θα είναι τόσο άξια ως Επίτροπος όσο ένας άλλος ευγενής πριν από εκείνη.
-
αριστοκράτησ
As a loyal peer and patriot, I would never betray the sovereign power.
Ως ένας πιστός αριστοκράτης και πατριώτης, ποτέ δε θα πρόδιδα τη μοναρχία.
-
ομότιμος
nounAny of the devices on a layered communications network that operate on the same protocol level.
What are you, his peer counsellor or something?
Τι είσαι, η ομότιμος σύμβουλος του ή κάτι τέτοιο;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περιεργάζομαι
- ίσος
- ευπατρίδης
- φαίνομαι
- συνομήλικος
- όμοιος
- διακρίνω
- συνηλικιώτης
- εμφανίζομαι
- κοιτάζω προσεκτικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ομότιμος, ισάξιος
Φράσεις παρόμοιες με "peer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ομότιμη περίοδος λειτουργίας
-
προηγμένη δικτύωση μεταξύ ομότιμων
-
διομότιμο δίκτυο · ομότιμο δίκτυο
-
Ομότιμη σύνδεση
-
υποστήριξης ομοτίμων, υποστήριξη συνομηλίκων ή συναδέλφων
-
συναδελφική δουλειά
-
αξιοπιστία ομοτίμων
-
ομότιμος κόμβος