Μετάφραση του "pelagic" σε Ελληνικά
Το πελαγικός είναι η μετάφραση του "pelagic" σε Ελληνικά.
pelagic
adjective
noun
γραμματική
Living in the open sea rather than in coastal or inland waters. [..]
-
πελαγικός
adjective masculineEconomic indicators suggest that the Dutch pelagic fleet is unprofitable.
Με βάση τους οικονομικούς δείκτες φαίνεται ότι ο ολλανδικός πελαγικός στόλος είναι οικονομικά ασύμφορος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pelagic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pelagic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πελαγική ζώνη
-
ωκεάνιο πουλί
-
μαλλί ζώου · τρίχωμα
-
Πελαγίσιος αλωπίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη