Μετάφραση του "pending" σε Ελληνικά
Οι διαρκούντος, εκκρεμής, εν αναμονή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pending" σε Ελληνικά.
Present participle of pend. [..]
-
διαρκούντος
-
εκκρεμής
adjective masculineIt's no longer pending, is the point, sir.
Το θέμα είναι, πως δεν είναι πια εκκρεμής, κύριε.
-
εν αναμονή
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εν αναμονή [+Γεν.]
- καιροφυλαχτώντας
- κατά τη διάρκεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pending " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A status that denotes that resources have been scheduled to perform work for a service activity, but may be subject to change.
-
Εκκρεμής
It's no longer pending, is the point, sir.
Το θέμα είναι, πως δεν είναι πια εκκρεμής, κύριε.
-
Σε εκκρεμότητα
A status that denotes that resources have been scheduled to perform work for a service activity, but may be subject to change.
Pending cases and fines against the five nurses and the doctor could potentially delay their extradition
Οι δίκες και τα πρόστιμα που βρίσκονται σε εκκρεμότητα εναντίον των πέντε νοσηλευτριών και του γιατρού ενδέχεται να καθυστερήσουν την έκδοσή τους
Φράσεις παρόμοιες με "pending" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκκρεμούσα κατάσταση
-
εκκρεμής αλλαγή
-
εκκρεμούν κατηγορίες σε βάρος [+Γεν.]
-
δοκιμή σε εκκρεμότητα