Μετάφραση του "penetration" σε Ελληνικά
Οι διείσδυση, εισχώρηση, εισβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penetration" σε Ελληνικά.
The act of penetrating. [..]
-
διείσδυση
noun feminineact of penetrating
Loose powder must on no account be allowed to penetrate between the various layers."
Η διείσδυση διάσπαρτης κόνεως μεταξύ των διαφόρων πτυχών πρέπει να αποφεύγεται απολύτως."
-
εισχώρηση
H5 ‘Harmful’: substances and preparations which, if they are inhaled or ingested or if they penetrate the skin, may involve limited health risks.
Η5 «Επιβλαβές»: ουσίες και παρασκευάσματα των οποίων η εισπνοή, κατάποση ή εισχώρηση στο δέρμα είναι δυνατόν να συνεπάγεται περιορισμένους κινδύνους για την υγεία.
-
εισβολή
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " penetration " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Penetration (band)
-
Διείσδυση
Loose powder must on no account be allowed to penetrate between the various layers."
Η διείσδυση διάσπαρτης κόνεως μεταξύ των διαφόρων πτυχών πρέπει να αποφεύγεται απολύτως."
Φράσεις παρόμοιες με "penetration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διείσδυση αγοράς
-
βάθος διείσδυσης
-
τηλεφωνική διείσδυση
-
δοκιμή διείσδυσης
-
· διαπερνώ · διαποτίζω · διατρυπώ · διεισδύω · εισχωρώ · εμποτίζω · μπαίνω · παρεισφρέω · περνώ
-
βάθος διείσδυσης
-
διαπεραστικός · διαπερατός
-
απώλεια διείσδυσης