Μετάφραση του "penmanship" σε Ελληνικά

Οι καλλιγραφία, γραφή, γράψιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penmanship" σε Ελληνικά.

penmanship noun γραμματική

the art or skill of good handwriting; calligraphy [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλλιγραφία

    noun feminine

    You wanted to win that penmanship medal very much, didn't you?

    Ήθελες να κερδίσεις πολύ εκείνο το μετάλλιο καλλιγραφίας, έτσι δεν είναι?

  • γραφή

    noun feminine

    The writing which characterizes a particular person.

    I was studying the penmanship on the Declaration of Independence...

    Μελετούσα την γραφή στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας... Mr.

  • γράψιμο

    noun neuter

    The writing which characterizes a particular person.

    Huh, whoever wrote this had terrible penmanship.

    Όποιος το έγραψε αυτό, είχε χάλια γράψιμο.

  • γραφικός χαρακτήρας

    noun masculine

    The writing which characterizes a particular person.

    Yeah, sorry, wretched penmanship's a job requirement.

    Ναι, συγνώμη, ο άσχημος γραφικός χαρακτήρας είναι μία απαίτηση της δουλειάς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " penmanship " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "penmanship" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη