Μετάφραση του "perceive" σε Ελληνικά

Οι αντιλαμβάνομαι, διακρίνω, βλέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perceive" σε Ελληνικά.

perceive verb γραμματική

To see, to be aware of, to understand. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντιλαμβάνομαι

    verb

    to understand

    He's working on a drug that alters the way we all perceive time.

    Δουλεύει πάνω σε φάρμακο που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το χρόνο.

  • διακρίνω

    verb

    Now, that man will never perceive the colors red or green.

    Aυτός o άvθρωπoς δε θα διακρίνει πoτέ τo κόκκιvo ή τo πράσιvo.

  • βλέπω

    verb

    Our people have very strict rules, And they could perceive you as a threat.

    Οι άνθρωποί μας έχουν πολύ αυστηρούς κανόνες, και μπορούν να σε δουν σαν απειλή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νιώθω
    • αιχμαλωτίζω
    • προσλαμβάνω
    • παρατηρώ
    • αισθάνομαι
    • διορώ
    • νοιώθω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perceive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Perceive
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αντιλαμβάνομαι, παρατηρώ

Φράσεις παρόμοιες με "perceive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perceive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη