Μετάφραση του "perch" σε Ελληνικά

Οι πέρκα, κούρνια, κουρνιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perch" σε Ελληνικά.

perch verb noun γραμματική

Any of the three species of spiny-finned freshwater fish in the genus Perca. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέρκα

    noun feminine

    fish in the taxonomic order Perciformes [..]

    He gets knocked of his perch, I would not weep.

    Αν έχεις χτυπηθεί από πέρκα του, εγώ δεν θα κλαίω.

  • κούρνια

    noun feminine

    rod used by bird

    But a conspicuous perch over a river like this seems to be making yourself unnecessarily prominent.

    Αλλά εμφανή κούρνια πάνω από ένα ποτάμι όπως αυτό φαίνεται να κάνει τον εαυτό σας άσκοπα εμφανεί.

  • κουρνιάζω

    verb

    to rest on a perch, to roost

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ράβδος
    • κάθομαι
    • γαντζώνομαι
    • καθηλώνομαι
    • κρεμιέμαι
    • σκαρφαλώνω
    • φωλιάζω
    • εξέχουσα θέση
    • μονάδα μήκους
    • τιμητική θέση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Perch proper

A surname.

+ Προσθήκη

"Perch" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Perch στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "perch"

Φράσεις παρόμοιες με "perch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γαντζωμένος · φωλιασμένος · χτισμένος
  • ποταμολάβρακο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη