Μετάφραση του "perfection" σε Ελληνικά

Οι τελειότητα, τελειοποίηση, τελειότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perfection" σε Ελληνικά.

perfection verb noun γραμματική

The quality or state of being perfect or complete, so that nothing requisite is wanting; entire development; consummate culture, skill, or moral excellence; the highest attainable state or degree of excellence; maturity; as, perfection in an art, in a science, or in a system; perfection in form or degree; fruits in perfection. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τελειότητα

    noun feminine

    being perfect

    Such perfection of treachery fills me with admiration.

    Μία τέτοια τελειότης στην προδοσία, με γεμίζει με θαυμασμό.

  • τελειοποίηση

    feminine

    But with this transcendence comes much emphasis on perfecting oneself.

    Αλλά ο υπερβατισμός δίνει έμφαση στην τελειοποίηση του εαυτού μας.

  • τελειότης

    Such perfection of treachery fills me with admiration.

    Μία τέτοια τελειότης στην προδοσία, με γεμίζει με θαυμασμό.

  • εντέλεια

    Now we must play our parts to perfection.

    Πρέπει να παίξουμε τους ρόλους μας στην εντέλεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perfection " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perfection" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ουδείς άσφαλτος
  • παρακείμενος · υπερσυντέλικος
  • χαρακτηριστικό παράδειγμα
  • η συνταγή τής καταστροφής · η τέλεια συνταγή
  • συντελεσμένος μέλλοντας · τετελεσμένος μέλλοντας
  • ατυχής συγκυρία · δυσμενής συγκυρία · επικίνδυνο κοκτέιλ · εφιαλτικό σενάριο · θανάσιμος συνδυασμός · ιδανικές συνθήκες · κοκτέιλ θανάτου · κυκεώνας · πρόσφορο έδαφος · συνταγή τής καταστροφής · τέλειος συνδυασμός
  • αποστομωτική απάντηση · πληρωμένη απάντηση
  • πλήρης κυριότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perfection" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη