Μετάφραση του "peripheral" σε Ελληνικά
Οι περιφερειακός, περιφερικός, επουσιώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peripheral" σε Ελληνικά.
(neuroanatomy) a part of or located in the peripheral nervous system [..]
-
περιφερειακός
adjective masculineauxiliary [..]
- the peripheral nature of areas or islands in relation to major centres of economic and commercial activity in the Community,
- περιφερειακός χαρακτήρας περιοχών ή νησιών σε σχέση με τους μεγάλους πόλους οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας της Κοινότητας,
-
περιφερικός
adjective masculineon the periphery or boundary
(14) CVC = central vascular catheter, PVC = peripheral vascular catheter
(14) CVC = κεντρικός αγγειακός καθετήρας, PVC = περιφερικός αγγειακός καθετήρας
-
επουσιώδης
adjective masculine masculine, feminineunimportant
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περιφερειακή συσκευή
- περιφερειακή μονάδα
- περιφερειακό υπολογιστή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peripheral " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Περιφεριακό
Εικόνες με "peripheral"
Φράσεις παρόμοιες με "peripheral" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προσαρμογέας διεπαφής περιφερειακών
-
Ελεγκτής διεπαφής περιφερειακών
-
Διεπαφή νοήμονος περιφερειακού
-
περιφερειακή συσκευή · περιφερειακό υπολογιστή
-
Διεπαφή περιφερειακού εξοπλισμού
-
Διεπαφή νοήμονος περιφερειακού
-
Περιφερειακή συσκευή · περιφερειακός εξοπλισμός
-
Σειριακή διεπαφή περιφερειακών