Μετάφραση του "perishable" σε Ελληνικά

Οι φθαρτός, Φθαρτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perishable" σε Ελληνικά.

perishable adjective noun γραμματική

That which perishes or is short-lived. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φθαρτός

    Such casing is very perishable and only consumed in very small quantities.

    Τέτοιου είδους περιβλήματα είναι φθαρτά και καταναλώνονται σε πολύ μικρές ποσότητες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perishable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Perishable
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φθαρτός

    Perishable materials, such as papyrus and another common writing material, leather, decay quickly in damp climates.

    Τα φθαρτά υλικά, όπως ο πάπυρος και το δέρμα—μια άλλη διαδεδομένη γραφική ύλη—αποσυντίθενται γρήγορα στα υγρά κλίματα.

Φράσεις παρόμοιες με "perishable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Θεός φυλάξει · άπαγε απ' εμού · μη χειρότερα · ούτε να το σκέφτεσαι
  • αλλοιώσιμα προϊόντα · φθαρτά εδώδιμα είδη
  • πεθαίνω · χάνομαι · ψοφάω
  • πεθαίνω · χάνομαι · ψοφάω
  • πεθαίνω · χάνομαι · ψοφάω
  • πεθαίνω · χάνομαι · ψοφάω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perishable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη