Μετάφραση του "perjure" σε Ελληνικά
Οι ψευδορκώ, επιορκώ, ψευδομαρτυρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perjure" σε Ελληνικά.
perjure
verb
noun
γραμματική
(reflexive) To knowingly and willfully make a false statement of witness while in court. [..]
-
ψευδορκώ
verbI'm not gonna perjure myself so you can frame Dwyer.
Δεν ψευδορκώ για να τον ενοχοποιήσεις.
-
επιορκώ
verbI endorse this, I perjure myself.
Υποστηρίζω αυτό, εγώ ο ίδιος επιορκώ.
-
ψευδομαρτυρώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " perjure " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "perjure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίορκος · ψευδομάρτυρας · ψεύδορκος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη