Μετάφραση του "permission" σε Ελληνικά
Οι άδεια, έγκριση, συγκατάθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "permission" σε Ελληνικά.
authorisation; consent (especially formal consent from someone in authority) [..]
-
άδεια
noun feminineauthorisation [..]
Tom gave me permission to go.
Ο Τομ μου έδωσε άδεια να φύγω.
-
έγκριση
noun feminineauthorisation [..]
The driver shall not restart after a trip has occurred without the permission from the signalman.
Ο μηχανοδηγός δεν επανεκκινεί μετά το πεδίκλωμα χωρίς την έγκριση του υπευθύνου σηματοδότησης.
-
συγκατάθεση
nounThe license, formal consent or authorization to act on some matter, frequently validating the action as lawful or procedurally correct. (Source: BLD)
This does mean, however, that the user should grant permission to set this up.
Αυτό σημαίνει φυσικά ότι θα είναι δεδομένη η συγκατάθεση γι' αυτό του χρήστη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δικαίωμα
- ανοχή
- ελεύθερο
- σύμφωνη γνώμη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " permission " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Άδεια, έγκριση
Φράσεις παρόμοιες με "permission" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λίστα δικαιωμάτων
-
Επιτρεπτή/ό στάθμη/όριο έκθεσης
-
δικαιώματα
-
επιτρεπτός
-
επιτρεπτώς
-
πολιτική δικαιωμάτων
-
δικαίωμα εκτυπωτή
-
δικαιώματα κοινόχρηστου φακέλου