Μετάφραση του "persecuted" σε Ελληνικά
Το διωχθείς είναι η μετάφραση του "persecuted" σε Ελληνικά.
persecuted
verb
Simple past tense and past participle of persecute. [..]
-
διωχθείς
particlePeople began to be persecuted for their ideas.
Οι άνθρωποι άρχισαν να διώκονται για τις ιδέες τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " persecuted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "persecuted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μανία καταδιώξεων · μανία καταδιώξεως
-
δίωξη · διαρκής ενόχληση · διωγμός · καταδίωξη · καταπίεση · κατατρεγμός · κυνηγητό
-
βασανίζω · δεν αφήνω σε ησυχία · διώκω · ενοχλώ · καταδιώκω · κυνηγάω
-
ιστορίες καταδιώξεως
-
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και το Ολοκαύτωμα
-
θρησκευτικός διωγμός
-
υπό διωγμό
-
βασανίζω · δεν αφήνω σε ησυχία · διώκω · ενοχλώ · καταδιώκω · κυνηγάω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη