Μετάφραση του "persevere" σε Ελληνικά

Οι αντέχω, επιμένω, εμμένω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "persevere" σε Ελληνικά.

persevere verb γραμματική

To persist steadfastly in pursuit of an undertaking, task, journey or mission in spite of distraction, difficulty, obstacles or discouragement. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντέχω

    verb

    To persist steadfastly

  • επιμένω

    verb

    The Commission has already undertaken a number of actions and we urge it to persevere in this direction.

    Ένας ορισμένος αριθμός δράσεων αναλήφθηκαν ήδη από την Επιτροπή, την οποία ενθαρρύνουμε να επιμείνει προς αυτή την κατεύθυνση.

  • εμμένω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκαρτερώ
    • μπορώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " persevere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "persevere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εμμένω · επιμένω
  • εγκαρτέρηση · επιμονή · καρτερικότητα
  • εμμονή · επιμονή · καρτερία · προσήλωση · σταθερότητα
  • εμμένων · επιμένων · καρτερικός · προσηλωμένος · σταθερός
  • εμμονή · επιμονή · καρτερία · προσήλωση · σταθερότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "persevere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη