Μετάφραση του "persona" σε Ελληνικά

Οι προσωπικότητα, χαρακτήρας, ρόλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "persona" σε Ελληνικά.

persona noun γραμματική

A social role. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσωπικότητα

    noun feminine

    I use a different name and take on a whole new persona.

    Χρησιμοποιώ ένα διαφορετικό όνομα και λάβει μια εντελώς νέα προσωπικότητα.

  • χαρακτήρας

    noun masculine

    I used to keep the undercover persona as close as possible to the agent adopting it.

    Προσπαθούσα ο μυστικός χαρακτήρας που δημιουργούσα, να μοιάζει αρκετά με τον πράκτορα που θα τον υποδύονταν.

  • ρόλος

    noun masculine

    My undercover persona harbors residual resentment to her absent American father.

    Ο ρόλος μου έχει κατάλοιπα πικρίας για τον απόντα Αμερικάνο πατέρα της.

  • εικονική προσωπικότητα

    A fictional reality, collecting together real data describing the important characteristics of a particular user group in a fictional character. A persona describes the typical skills, abilities, needs, desires, working habits, tasks ,and backgrounds of a particular set of users.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " persona " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Persona
+ Προσθήκη

"Persona" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Persona στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "persona" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "persona" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη