Μετάφραση του "personal identity" σε Ελληνικά

Οι οντότητα, προσωπική ταυτότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "personal identity" σε Ελληνικά.

personal identity noun

the distinct personality of an individual regarded as a persisting entity; "you can lose your identity when you join the army"

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οντότητα

    noun
  • προσωπική ταυτότητα

    philosophical idea of a person having a unique existence

    Languages define personal identities, but are also part of a shared inheritance.

    Οι γλώσσες καθορίζουν την προσωπική ταυτότητα, αλλά αποτελούν επίσης τμήμα μιας κοινής κληρονομιάς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " personal identity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "personal identity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "personal identity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη