Μετάφραση του "personal manner" σε Ελληνικά
Οι διαγωγή, τρόπος, φέρσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "personal manner" σε Ελληνικά.
personal manner
noun
a way of acting or behaving
-
διαγωγή
noun -
τρόπος
noun masculineDuring this period, the information will be retained in an increasingly de-personalized manner, as follows
Κατά το διάστημα αυτό, οι πληροφορίες τηρούνται με διαρκώς πιο αποπροσωποποιημένο τρόπο, ως εξής
-
φέρσιμο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " personal manner " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη