Μετάφραση του "perversion" σε Ελληνικά

Οι διαστροφή, διαστρέβλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perversion" σε Ελληνικά.

perversion noun γραμματική

The action of perverting someone or something; humiliation; debasement. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαστροφή

    noun feminine

    sexual practice or act considered abnormal; sexual deviance; immorality [..]

    Uck. That repulsive physiognomy is the vilest perversion of science.

    Αυτή η αηδιαστική μορφή είναι η φρικτότερη διαστροφή της επιστήμης.

  • διαστρέβλωση

    noun feminine

    The travelers see it all as a perversion of pure magic.

    Οι Ταξιδευτές τα θεωρούν όλα διαστρέβλωση της αγνής μαγείας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perversion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perversion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perversion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη