Μετάφραση του "pestilential" σε Ελληνικά

Οι ανυπόφορος, μολυσματικός, ολέθριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pestilential" σε Ελληνικά.

pestilential adjective γραμματική

Producing pestilence or plague; pestilent [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανυπόφορος

    Adjective
  • μολυσματικός

  • ολέθριος

  • φθοροποιός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pestilential " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pestilential" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη