Μετάφραση του "petrified" σε Ελληνικά

Οι απολιθωμένος, αποσβολωμένος, κοκαλωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "petrified" σε Ελληνικά.

petrified adjective verb γραμματική

Present participle of petrify. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απολιθωμένος

    The peak is petrified sand, which is why it's transparent.

    Η κορυφή είναι απολιθωμένος άμμος, για αυτό το λόγο είναι διαφανής.

  • αποσβολωμένος

  • κοκαλωμένος

  • τρομοκρατημένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " petrified " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "petrified" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απολιθώνω · βαραίνω · γερνάω · καταπλήσσω · κεραυνώνω · μαρμαρώνω · πετρώνω · σκληρύνω · φθείρομαι
  • απολιθώνω · βαραίνω · γερνάω · καταπλήσσω · κεραυνώνω · μαρμαρώνω · πετρώνω · σκληρύνω · φθείρομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "petrified" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη