Μετάφραση του "petrol" σε Ελληνικά
Οι βενζίνη, αέριο, γκάζι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "petrol" σε Ελληνικά.
(UK, Australian, New Zealand) abbreviation of petroleum, a fluid consisting of a mixture of refined petroleum hydrocarbons, primarily consisting of octane, and commonly used as a motor fuel. [..]
-
βενζίνη
noun femininemotor fuel [..]
There was a can of petrol and a total of three lighters in the car.
Υπήρχε ένα δοχείο με βενζίνη και τρεις αναπτήρες στο αυτοκίνητο.
-
αέριο
noun neuterIn that case the deterioration factor found with unleaded petrol will also be taken for LPG or NG.
Στην περίπτωση αυτή, ο συντελεστής φθοράς που προκύπτει από τη χρήση αμόλυβδης βενζίνης θα λαμβάνεται υπόψη και για το υγραέριο ή το φυσικό αέριο.
-
γκάζι
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " petrol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Βενζίνη
Environmental specifications for marketed fuels to be used for vehicles equipped with positive-ignition engines — Type: Petrol
Περιβαλλοντικές προδιαγραφές για τα καύσιμα του εμπορίου που χρησιμοποιούνται σε οχήματα με κινητήρα επιβαλλόμενης ανάφλεξης — Τύπος: Βενζίνη
Φράσεις παρόμοιες με "petrol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τον (για τον) μόλυβδο
-
αμόλυβδη βενζίνη
-
βενζινάδικο
-
βενζινάδικο
-
βενζινοκινητήρας · μηχανή
-
βενζινάδικο
-
δεξαμενή πετρελαίου · ρεζερβουάρ
-
αμόλυβδη βενζίνη