Μετάφραση του "pharmacist" σε Ελληνικά

Οι φαρμακείο, φαρμακοποιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pharmacist" σε Ελληνικά.

pharmacist noun γραμματική

(pharmacy) A professional who dispenses prescription drugs in a hospital or retail pharmacy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαρμακείο

    noun neuter

    It is also uncontested that the product was sold by a pharmacist in France .

    Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι το προϊόν αυτό αγοράστηκε από φαρμακείο της Γαλλίας.

  • φαρμακοποιός

    noun masculine, feminine masculine

    professional who dispenses prescription drugs [..]

    Every pharmacist can identify using a scanner whether a product is falsified or genuine.

    Κάθε φαρμακοποιός θα μπορεί να αναγνωρίσει, με τη χρήση συσκευής σάρωσης, εάν ένα προϊόν είναι ψευδεπίγραφο ή γνήσιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pharmacist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pharmacist"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pharmacist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη