Μετάφραση του "philately" σε Ελληνικά

Οι φιλοτελισμός, Φιλοτελισμός, φιλοτέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "philately" σε Ελληνικά.

philately noun γραμματική

Stamp collecting. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φιλοτελισμός

    noun masculine

    It's " philately, " Shawn.

    Λέγεται " φιλοτελισμός " Σον.

  • Φιλοτελισμός

    study of stamps and postal history and other related items

    It's " philately, " Shawn.

    Λέγεται " φιλοτελισμός " Σον.

  • φιλοτέλεια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " philately " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "philately"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "philately" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη