Μετάφραση του "phon" σε Ελληνικά

Οι Φον, Φων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "phon" σε Ελληνικά.

phon noun γραμματική

A unit of apparent loudness, equal in number to the intensity in decibels of a 1,000-hertz tone judged to be as loud as the sound being measured. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φον

    unit of loudness level for pure tones

    Phon van den Biesen, the chief representative for BiH in the proceedings, said he was not unhappy with the verdict

    Ο Φον βαν ντεν Μπίεσεν, επικεφαλής εκπρόσωπος της Β- Ε στις ακροαματικές διαδικασίες, ανέφερε ότι δεν είναι δυσαρεστημένος από την ετυμηγορία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " phon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Phon
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φων

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "phon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη