Μετάφραση του "phosphatic" σε Ελληνικά
Το φωσφορικός είναι η μετάφραση του "phosphatic" σε Ελληνικά.
phosphatic
adjective
Of, relating to, or composed of phosphate. [..]
-
φωσφορικός
adjective masculineIt is marketed either as standard zinc phosphate or as modified (or activated) zinc phosphate.
Διατίθεται στην αγορά είτε ως κοινός φωσφορικός ψευδάργυρος είτε ως τροποποιημένος ή «ενεργοποιημένος» φωσφορικός ψευδάργυρος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " phosphatic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "phosphatic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αφαίρεση φωσφορικών αλάτων
-
Φωσφορικό ασβέστιο
-
υποκατάσταση φωσφορικών αλάτων
-
φωσφορούχο λίπασμα
-
φωσφορούχο λίπασμα
-
υποκατάστατο φωσφορικών αλάτων
-
Φωσφορικά
-
φωσφορικά άλατα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη