Μετάφραση του "phrasal" σε Ελληνικά
Οι φραστικός, εκφραστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "phrasal" σε Ελληνικά.
phrasal
adjective
γραμματική
Referring to, or used in the manner of, a phrase. [..]
-
φραστικός
adjective masculinereferring to a phrase [..]
-
εκφραστικός
being a phrase
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " phrasal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "phrasal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έκφραση
-
περιφραστικό ρήμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη