Μετάφραση του "phthisic" σε Ελληνικά

Το φθισικός είναι η μετάφραση του "phthisic" σε Ελληνικά.

phthisic adjective noun γραμματική

(pathology) A wasting illness of the lungs, such as asthma or tuberculosis; phthisis. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φθισικός

    adjective masculine

    of or relating to phthisis

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " phthisic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "phthisic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "phthisic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη