Μετάφραση του "physical" σε Ελληνικά
Οι φυσικός, σωματικός, υλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "physical" σε Ελληνικά.
Having to do with the body. [..]
-
φυσικός
adjective masculinehaving to do with the material world [..]
He is second to none in physics.
Είναι άπιαστος στη φυσική.
-
σωματικός
adjective masculineinvolving bodily force [..]
The refugees suffered physically and emotionally.
Οι πρόφυγες υπέφεραν σωματικά και ψυχολογικά.
-
υλικός
adjective masculineFor reasons of clarity it may be desirable that the physical redenomination take place as soon as appropriate.
Για λόγους σαφήνειας θα ήταν σκόπιμο ο υλικός επαναπροσδιορισμός να λάβει χώρα το ταχύτερο δυνατόν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σωματική εξέταση
- πραγματικός
- απτός
- σαρκικός
- χειροπιαστός
- εξωτερικός
- ζωντανός
- επαφικός
- χειροποίητος
- αισθητός
- αυτοπρόσωπος, -η, -ο
- ιατρική εξέταση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " physical " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Φυσικός
He is second to none in physics.
Είναι άπιαστος στη φυσική.
Φράσεις παρόμοιες με "physical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σύνθεση
-
φυσικό σύστημα
-
φυσική έλξη
-
άσκηση
-
Φυσικής επαφής υπό γωνία
-
φυσική διαδρομή
-
Κλασσική Φυσική