Μετάφραση του "picker" σε Ελληνικά

Οι διαλογέας, καθαριστής, συλλέκτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "picker" σε Ελληνικά.

picker noun γραμματική

Agent noun of pick; one who picks. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαλογέας

  • καθαριστής

    (βαμβακιού, κλπ.)
  • συλλέκτης

    noun

    And when you pick the berries yourself, you know that they are fresh,” says Jukka, an enthusiastic picker.

    Και όταν τους μαζεύεις εσύ ο ίδιος, ξέρεις ότι είναι φρέσκοι», λέει ο Γιούκα, ένας ενθουσιώδης συλλέκτης καρπών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " picker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "picker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "picker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη