Μετάφραση του "picnic" σε Ελληνικά
Οι πικνίκ, απόλαυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "picnic" σε Ελληνικά.
A meal eaten outdoors or in another informal setting. [..]
-
πικνίκ
an excursion at which a meal is eaten outdoors
Got those Mexicans down there building long picnic tables.
Tους Mεξικάνους να του φτιάξουν μεγάλα τραπέζια για πικνίκ.
-
απόλαυση
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " picnic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Picnic" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Picnic στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Acronym of [i]problem in chair, not in computer[/i] (or person in chair, not in computer); states that the problem was not in the computer but was instead caused by the user operating it.
"PICNIC" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το PICNIC στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.