Μετάφραση του "pidgin" σε Ελληνικά

Οι πίτζιν, παρεφθαρμένη γλώσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pidgin" σε Ελληνικά.

pidgin noun γραμματική

(linguistics) an amalgamation of two disparate languages, used by two populations having no common language as a lingua franca to communicate with each other, lacking formalized grammar and having a small, utilitarian vocabulary and no native speakers. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίτζιν

    (η) {άκλ.} ελλην. παρεφθαρμένη γλώσσα- ΓΛΩΣΣ. μορφή γλώσσας που δημιουργείται από την ανάμειξη δύο άλλων γλωσσών συνήθως μιας με διεθνές κύρος και μιας ιθαγενούς, η οποία δεν χρησιμοποιείται ως μητρική από καμία από τις δύο γλωσσικές κοινότητες που έρχονται σε επαφή· χρησιμοποιείται κυρ. κατά τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ ανθρώπων που έχουν διαφορετικές μητρικές γλώσσες και μόνο για τη διευκόλυνση τής επικοινωνίας τους (πβ. λ. κρεο-λός). [ΛΝΕΓ]

    Creoles, as opposed to pidgins, express the culture of a people.

    Οι κρεολές, σε αντίθεση με τις πίτζιν, εκφράζουν τον πολιτισμό ενός λαού.

  • παρεφθαρμένη γλώσσα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pidgin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pidgin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pidgin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη