Μετάφραση του "pietistic" σε Ελληνικά

Οι θρησκόληπτος, ψευδευλαβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pietistic" σε Ελληνικά.

pietistic adjective γραμματική

Pertaining to pietism, especially that associated with Luther and his followers; excessively pious. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θρησκόληπτος

    adjective masculine

    related to pietism

  • ψευδευλαβής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pietistic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pietistic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη