Μετάφραση του "pilgrim" σε Ελληνικά

Οι προσκυνητής, οδοιπόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pilgrim" σε Ελληνικά.

pilgrim verb noun γραμματική

One who travels, especially on a journey to visit sites of religious significance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσκυνητής

    noun masculine

    traveler, especially to religious sites [..]

    Every pilgrim goes to Mecca his own way.

    Κάθε προσκυνητής πηγαίνει στη Μέκκα με τον δικό του τρόπο.

  • οδοιπόρος

    You are the pilgrim father of our economy.

    Είστε ο " οδοιπόρος " πατέρας της οικονομίας μας!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pilgrim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pilgrim noun γραμματική

A settler of the Plymouth Colony. Usually used in plural. [..]

+ Προσθήκη

"Pilgrim" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pilgrim στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "pilgrim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pilgrim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη