Μετάφραση του "pissed" σε Ελληνικά
Οι θυμωμένος, σουρωμένος, τα έχω πάρει στο κρανίο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pissed" σε Ελληνικά.
pissed
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of piss. [..]
-
θυμωμένος
adjective masculineBut he's not so pissed-off that he doesn't go home for 37 hours.
Δεν είναι τόσο θυμωμένος για να μη γυρνάει σπίτι 37 ώρες μετά.
-
σουρωμένος
-
τα έχω πάρει στο κρανίο
-
τσαντισμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pissed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pissed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάτουρο · κατουρλιό · κατουρώ · κατούρημα · ουρώ · ούρα · ούρο · τσίσα
-
βρέχει καρεκλοπόδαρα · βρέχει με το τουλούμι · ρίχνει καρεκλοπόδαρα
-
ψιλοσουρωμένος
-
κατουριέμαι
-
για κατούρημα
-
τσατισμένος · φουρκισμένος
-
με δουλεύεις
-
ζοχαδιάζω · στα τσακίδια · τσακίσου · τσατίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη