Μετάφραση του "pistol" σε Ελληνικά
Οι πιστόλι, μπιστόλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pistol" σε Ελληνικά.
pistol
verb
noun
γραμματική
A handgun, typically with a chamber integrated in the barrel, a semi-automatic action and a box magazine. [..]
-
πιστόλι
noun neuterhandgun [..]
As soon put your trust in them as put a pistol to your head.
Όσο τις εμπιστεύεσαι είναι σαν να βάζεις πιστόλι στον κρόταφο.
-
μπιστόλι
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pistol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Pistol
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Pistol" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pistol στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "pistol"
Φράσεις παρόμοιες με "pistol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πολυβόλο
-
πιστόλα
-
Ημιαυτόματο πιστόλι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη