Μετάφραση του "pity" σε Ελληνικά

Οι οίκτος, οικτίρω, λυπάμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pity" σε Ελληνικά.

pity interjection verb noun γραμματική

(uncountable) A feeling of sympathy at the misfortune or suffering of someone or something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οίκτος

    noun masculine

    feeling of sympathy

    My one weapon is the pity I inspire in him.

    Το μοναδικό μου όπλο είναι ο οίκτος που του εμπνέω.

  • οικτίρω

    verb

    to feel pity for someone or something

    I have pity for those who can walk in the curse of light and among these creatures.

    Οικτίρω αυτούς που περπατούν στο ανάθεμα του φωτός, ανάμεσά τους.

  • λυπάμαι

    verb

    to feel pity for someone or something

    He wants me to worry, even to pity him.

    Θέλει να με ανησυχεί, ακόμα και να τον λυπάμαι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έλεος
    • συμπονώ
    • κρίμα
    • λύπηση
    • τι κρίμα
    • λυπούμαι
    • συμπόνια
    • ευσπλαχνία
    • αμαρτία
    • συμπαθώ
    • συμπάσχω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κρίμα · τι κρίμα
  • καψερός
  • αλλά έκανα λάθος και τώρα σε λυπάμαι
  • άθλιος · αξιολύπητος · δυστυχισμένος · ελεήμων · οικτρός · συγκινησιακός · φτωχός
  • λυπάμαι · συμπονώ
  • αυτολύπηση · γκρίνια για τα βάσανα · μεμψιμοιρία
  • Τι κρίμα!
  • αυτολύπηση · γκρίνια για τα βάσανα · μεμψιμοιρία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη