Μετάφραση του "place" σε Ελληνικά

Οι τόπος, μέρος, θέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "place" σε Ελληνικά.

place Verb verb noun γραμματική

(transitive) To put (an object or person) in a specific location. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τόπος

    noun masculine

    location, position [..]

    The evaluation committee opens the tenders in public at the place and time fixed in the tender dossier.

    Στον καθοριζόμενο στο τεύχος δημοπράτησης τόπο και ώρα, οι προσφορές ανοίγονται σε δημόσια συνεδρίαση από την επιτροπή αξιολόγησης.

  • μέρος

    noun neuter

    location, position [..]

    She was the last person I expected to see in such a place.

    Ήταν το τελευταίο άτομο που περίμενα να δω σε ένα τέτοιο μέρος.

  • θέση

    noun feminine

    location, position

    What would you do in my place?

    Τι θα έκανες, αν ήσουν στη θέση μου;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάζω
    • σημείο
    • περιοχή
    • τοποθεσία
    • πλατεία
    • χώρος
    • τοποθετώ
    • θέτω
    • τοποθέτηση
    • κατατάσσω
    • χωριό
    • σπίτι
    • φορώ
    • περιβάλλον
    • κενό
    • αναγνωρίζω
    • τραβώ
    • φέρνω
    • ακουμπώ
    • επενδύω
    • βαθμολογώ
    • κατατάσσομαι
    • προσευχάδιο
    • στοχεύω
    • τραβάω
    • έρχομαι (1ος, 2ος, κτλ)
    • θέση εργασίας
    • υποδεδειγμένη θέση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " place " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Place
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τοποθεσία

    A place mentioned in the earliest Canaanite boundary description.

    Τοποθεσία που αναφέρεται στην πρώτη περιγραφή των ορίων των Χαναναίων.

Εικόνες με "place"

Φράσεις παρόμοιες με "place" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "place" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη