Μετάφραση του "plagiarize" σε Ελληνικά

Οι αντιγράφω, λογοκλοπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plagiarize" σε Ελληνικά.

plagiarize verb γραμματική

(transitive or intransitive) To use, and pass off as one's own, someone else's writing/speech. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντιγράφω

    verb

    No, I am not plagiarizing Mike.

    Όχι, δεν αντιγράφω τον Μάικ.

  • λογοκλοπώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plagiarize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "plagiarize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λογοκλοπή · λογοκλοπία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plagiarize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη