Μετάφραση του "plank" σε Ελληνικά

Οι σανίδα, σανιδώνω, στρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plank" σε Ελληνικά.

plank verb noun γραμματική

A long, broad and thick piece of timber, as opposed to a board which is less thick. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σανίδα

    noun feminine

    long, broad and thick piece of timber

    There ought to be a law against loose planks.

    Θα έπρεπε να υπάρχει νόμος για τις χαλαρές σανίδες.

  • σανιδώνω

    to cover something with planking

  • στρώνω

    verb

    to cover something with planking

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέρος πολιτικού προγράμματος
    • σανίς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plank " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "plank"

Φράσεις παρόμοιες με "plank" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναγκάζομαι να παραιτηθώ · βαδίζω στη σανίδα · βαδίζω στο θάνατό μου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plank" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη