Μετάφραση του "planning" σε Ελληνικά

Οι προγραμματισμός, σχεδιασμός, προετοιμασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "planning" σε Ελληνικά.

planning noun verb γραμματική

Present participle of plan. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προγραμματισμός

    noun masculine

    act of making contingency plans [..]

    The supplementary document will now refer financial planning to individual measures.

    Στο συμπληρωματικό έγγραφο θα περιλαμβάνεται, επίσης, ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός για τα επιμέρους μέτρα.

  • σχεδιασμός

    noun

    human capacity for the mental anticipation of action steps that seem necessary to achieve a goal

    An adequate scenario planning approach is also needed for communications issues.

    Απαιτείται επίσης κατάλληλος σχεδιασμός σεναρίων όσον αφορά τα θέματα επικοινωνίας.

  • προετοιμασία

    noun

    Something of this magnitude, it took years to plan, and we had days.

    Κάτι τόσο μεγάλο θα ήθελε χρόνια προετοιμασίας, κι εμείς είχαμε μέρες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σχεδίαση
    • πρόβλεψη
    • πρόνοια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " planning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Planning
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προγραμματισμός, σχεδιασμός

Φράσεις παρόμοιες με "planning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "planning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη