Μετάφραση του "plash" σε Ελληνικά
Οι παφλάζω, παφλασμός, πιτσυλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plash" σε Ελληνικά.
plash
verb
noun
γραμματική
(UK, dialectal) A small pool of standing water; a puddle. [..]
-
παφλάζω
verb -
παφλασμός
noun -
πιτσυλίζω
verb -
ραντίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " plash " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "plash"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη