Μετάφραση του "plastic" σε Ελληνικά
Οι πλαστικό, πλαστικός, εύπλαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plastic" σε Ελληνικά.
Capable of being moulded; malleable, flexible, pliant. [..]
-
πλαστικό
noun neutersynthetic thermoplastic polymer [..]
I filled her plastic cup up with flat beer, and that was that.
Της έβαλα μπύρα στο πλαστικό ποτήρι και αυτό ήταν.
-
πλαστικός
Anti-oxidising preparations and other compounds stabilisers for rubber or plastics
Αντιοξειδωτικά παρασκευάσματα και άλλοι σύνθετοι στερεοποιητές για καουτσούκ ή πλαστικά
-
εύπλαστος
adjectiveWell, the brain is amazingly plastic, so all the major functions like personality, they'll shift and transfer from the right hemisphere to the left.
Λοιπόν, ο εγκέφαλος είναι εκπληκτικά εύπλαστος, έτσι όλες οι σημαντικές λειτουργίες όπως η προσωπικότητα, θα μετακινηθούν και θα μεταφερθούν από το δεξιό στο αριστερό ημισφαίριο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνθετική ύλη
- Πλαστικό
- πιστωτική κάρτα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " plastic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Πλαστικός
Plastic materials and articles intended to come into contact with foodstuffs at any condition of time and temperature
Πλαστικά υλικά και αντικείμενα προοριζόμενα να έλθουν σε επαφή με τρόφιμα σε οποιεσδήποτε συνθήκες διάρκειας και θερκρασίας
Εικόνες με "plastic"
Φράσεις παρόμοιες με "plastic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πλαστικός φορέας τσιπ με ακροδέκτες
-
πλαστικά απορρίμματα
-
Πλαστικό ενισχυμένο με ανθρακονήματα
-
Καλώδιο / Αγωγός πλαστικής μόνωσης
-
Πλαστική οπτική ίνα
-
Πλαστικό DIP
-
χυτό, μορφοποιημένο πλαστικό
-
Κυκλικός πλαστικός σύνδεσμος